σθενιάς

-άδος, ἡ, Α
η Σθένεια*. η Αθηνά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σθένος + επίθημα -ι-άς, -ι-άδος (πρβλ. πολ-ι-άς)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σθενιάδα — σθενιάς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σθενιάδος — σθενιάς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Sthenias — STHENĬAS, ădis, Gr. Σθενιὰς, άδος, ein Beynamen der Minerva, unter welchem sie von den Trözeniern verehret wurde. Sie bekam ihn von σθένος, die Stärke, als sie sich mit dem Neptun, um den Schutz solcher Stadt, zankete, endlich aber nach Jupiters… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • Τροιζήνα — I Αρχαιότατη ιωνική πόλη της Αργολίδας. Βρισκόταν στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, κοντά στο σημερινό χωριό Δαμαλά και απείχε από τον Σαρωνικό κόλπο περίπου 3 χλμ. Στην αρχαία ελληνική μυθολογία, η Τ. αναφέρεται ως γενέτειρα πόλη του Θησέα,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.